εμπαθής


εμπαθής
[эмпатис] εκ страстный, пылкий, болезненный,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "εμπαθής" в других словарях:

  • ἐμπαθῆς — ἐμπαθής in a state of emotion masc/fem acc pl (attic epic doric) ἐμπαθής in a state of emotion masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπαθής — in a state of emotion masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εμπαθής — ές (AM ἐμπαθής, ές) (για πράξεις, ενέργειες, διαθέσεις) αυτός που κινείται από πάθος, συνήθως φθόνου και μίσους («εμπαθής κριτική») μσν. νεοελλ. 1. αυτός που κατέχεται από πάθος μίσους και φθόνου, κακεντρεχής («εμπαθής άνθρωπος», «εμπαθής και… …   Dictionary of Greek

  • εμπαθής — ής, ές γεν. ούς, αιτ. ή, πληθ. ουδ. ή, που κατέχεται από βίαιο πάθος (οργή, μίσος), βίαιος, κακός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐμπαθῆ — ἐμπαθής in a state of emotion neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἐμπαθής in a state of emotion masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἐμπαθής in a state of emotion masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπαθέστερον — ἐμπαθής in a state of emotion adverbial comp ἐμπαθής in a state of emotion masc acc comp sg ἐμπαθής in a state of emotion neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπαθεστέραις — ἐμπαθής in a state of emotion fem dat comp pl ἐμπαθεστέρᾱͅς , ἐμπαθής in a state of emotion fem dat comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπαθεῖ — ἐμπαθής in a state of emotion masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἐμπαθής in a state of emotion masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπαθεῖς — ἐμπαθής in a state of emotion masc/fem acc pl ἐμπαθής in a state of emotion masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπαθέα — ἐμπαθής in a state of emotion neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ἐμπαθής in a state of emotion masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)